ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ, ΕΙΡΗΝΙΚΟ, ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ, ΕΥΑΙΣΘΗΤΟ, ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ, ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟ, ΑΔΕΣΜΕΥΤΟ, ΑΝΑΠΟΔΟ, ΑΝΗΣΥΧΟ, ΑΝΕΞΑΝΤΛΗΤΟ, ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΕΝΟ, ΟΝΕΙΡΟΠΑΡΜΕΝΟ, ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ, ΑΙΧΜΗΡΟ, ΕΚΚΕΝΤΡΙΚΟ, ΑΡΡΩΣΤΟ, ΑΣΥΜΒΑΤΟ, ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΟ, ΚΑΥΣΤΙΚΟ, ΕΙΡΩΝΙΚΟ, ΚΑΘΑΡΤΙΚΟ, ΑΚΡΑΙΟ, ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ, ΑΔΙΑΚΡΙΤΟ, ΑΜΠΕΛΟΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ, ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΟ, ΜΠΟΥΡΔΟΛΟΓΙΚΟ... ΓΙΑ ΔΕΣΙΜΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ!

Αναγνώστες

27 Μαΐου 2016

Η ΦΟΥΦΟΥ ΚΑΙ Η ΡΑΛΛΟΥ(ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ)


"Fate, show thy force: ourselves we do not owe"
Shakespeare

Παραμονή Χριστουγέννων, βράδυ, επί της Τσιμισκή στο ύψος του εμπορικού κέντρου και ακριβώς στη δεξιά γωνία, κάνει την εμφάνισή της μια καστανού, βέρα Κρητικιά αρχοντογυναίκα, με ηλικία που βαδίζει σταθερά απ' το επίπεδο της υπερήλικης σ' εκείνο της αιωνόβιας, ντυμένη μ' ένα απλό καλογερικό μαύρο ράσο και μ' ένα λευκό μάλλινο σάλι περασμένο γύρω απ' το κεφάλι της, στην επιφάνεια του οποίου απεικονίζεται ένα βουνό - πιθανόν ο Ψηλορείτης. Η γεροντοπέρδικα, έτσι όπως είναι καθισμένη για να επιβλέπει τα κάστανα που σιγοψήνονται πάνω στη φουφού, θαρρείς πως πρόκειται για γριά μάγισσα που 'χει βαλθεί, σε κοινή θέα και δίχως αιδώ, να φτιάξει ελιξήρια τέτοια που να μεταμορφώνουν τους ανθρώπους σε γουρούνια και η οποία, από εκδίκηση για το αλλοτριωμένο νόημα των εορτών, σχεδιάζει να τα διοχετεύσει στην αγορά ως αρωματικές - δήθεν - ουσίες, πουλώντας έκαστο στην τιμή των δύο ευρώ ώστε να βγάλει και τα προς το ζην, δηλαδή, καθαρή υπόθεση μνησικακίας. Μόνο που η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική, μια και αυτά που πωλούνται για δύο ευρώ δεν είναι φίλτρα, αλλά πέντε ψημένα κάστανα ικανά να νοτίζουν κάθε πυρίκαυστη ελπίδα στο γιορτινό - έστω και ψευδεπίγραφα - άνεμο της Τσιμισκή. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το ότι η μπάμπω κάθεται, όχι πάνω σε σκαμνάκι όπως θα 'ταν αναμενόμενο, αλλά σε μια στοίβα από βιβλία, ύψους ενός μέτρου, στις ράχες των οποίων αναγράφονται κάποια ονόματα όπως Πλάτων, Heidegger, Ηράκλειτος, Nietzsche, Αριστοτέλης, Marx κ.α. Εύλογα γίνεται αντιληπτό ότι η καστανού στα νιάτα της σπούδαζε φιλοσοφία, καθότι είναι λιγάκι δύσκολο, ως κι ακατόρθωτο, να προκύψουν πνευματικές ανησυχίες σε τόσο προχωρημένη ηλικία και κάτω από τέτοιες συνθήκες διαβίωσης-χρησιμοποιούμε παρατατικό ("σπούδαζε") αντί αορίστου, διότι δεν γνωρίζουμε εάν πήρε τελικά το πτυχίο, αν και μικρή σημασία έχει πια αφού γεγονός είναι ότι οι φιλόσοφοι της έχουν γίνει για τα καλά κτήμα, σε τέτοιο βαθμό που να χρησιμεύουν κι ως σκαμνάκι(!) Πράγματι, ο δερματόδετος Heidegger αποτελεί την πιο ωραία εκγύμναση για τον πισινό μιας κυρίας που, με πείσμα υπομονή κι ένα πλατύ χαμόγελο, αγωνίζεται να ζήσει αξιοπρεπώς, δίχως συμβιβασμούς μέσα σ' έναν ολοκληρωτικά ανδροκρατούμενο κόσμο προορισμένο να καταπνίγει - συνεχώς - οτιδήποτε αυθεντικά γυναικείο.

Θα 'λεγε κανείς πως το ύφος πονεμένης σοβαρότητας που η καστανού διαρκώς έχει, καταπραΰνεται από το βαθύ χαμόγελο που παίρνει κάθε φορά όταν κάποιος περαστικός σπεύδει σ' αυτήν για ν' αγοράσει ένα σακουλάκι κάστανα. Η προαναφερθείσα βαθύτητα αντικατοπτρίζεται στον ιδιαίτερο τρόπο που έχει για να ευχαριστεί κάθε φορά τους πελάτες, αφού σε κάθε σακουλάκι εκτός απ' τα κάστανα, βάζει κι από ένα σημείωμα, που μπορεί να 'ναι είτε μια μαντινάδα είτε ένα αρχαίο γνωμικό ή και μια δική της ρήση, αναλόγως με την προσωπικότητα που συναντά -σίγουρα μια τέτοια μοναδική και αστραπιαία ικανότητα ψυχανάλυσης, θα τη ζήλευε και ο σπουδαίος Λακάν! Έτσι, στον πολύ σοβαρό κύριο με τα ψυχρά μάτια την καφετιά τραγιάσκα και το συντηρητικό μειδίαμα, προσφέρει τη μαντινάδα "Φαίνεται πως καλοπερνά άνθρωπος σαν ποθάνει γιατί όποιος έφυγε ποτέ οπίσω δεν εφάνη", ενώ στον γοητευτικό δανδή με τη λευκή οδοντοστοιχία και τις πολλές τσάντες με ψώνια που θα στοιχημάτιζες ότι περιέχουν μερικά κοστούμια Armani διαφόρων αποχρώσεων, δίνει το γνωμικό "Ανηρ αβουλος ηδοναις θηρευεται", όσο για τους δύο φλώρους, σωστά κολεγιόπαιδα, που για ένα τέταρτο περίπου στέκονται με τα βιβλία θεολογίας στο χέρι λαχταρώντας με λύσσα την ξανθιά σεξοβόμβα που μιλά στο κινητό στην άκρη του πεζοδρομίου, διαλέγει τη μαντινάδα που λέει "Πάνω στα εικοσιπέντε σ' είδα κι εκουζουλάθη γιατί μυαλό δεν έβαλα απ' τα δικά μου λάθη", ενώ στον γελαστό εργένη με το ολόχρυσο ρολόι και την σταχτιά καμπαρντίνα μάρκας Gianfranco Ferre, χαρίζει το γνωμικό "Πλουτος δε πολλων επικαλυμμ' εστιν κακων". Αυτό όμως που κάνει πραγματικά χαριτωμένο το παίγνιο με τα σημειώματα, ανεξάρτητα από τους μορφασμούς που αποκτούν τα πρόσωπα αφότου τα διαβάσουν, είναι ότι ο καθένας, λίγο πριν δώσει το ακριβές αντίτιμο για τα κάστανα, προσηλώνει το βλέμμα του, με δέος θα μπορούσαμε να πούμε, πάνω στη φουφού παρακολουθώντας τις γρήγορες και λεπτεπίλεπτες κινήσεις της καστανούς, η οποία ενόσω τακτοποιεί τ' αναμμένα κάρβουνα και τα κάστανα, δείχνει σα να 'ναι βενετσιάνα τεχνίτρια του δεκάτου εβδόμου αιώνα που επεξεργάζεται με χάρη και δεξιοτεχνία το φυσερό προκειμένου να κατασκευάσει - το φημισμένο πλέον - γυαλί Murano. Μέσα σ' αυτή την ονειρεμένη κατάσταση είναι που τα κάστανα, μέσα απ' την πυρετική τους άχνα, θυμίζουν στον καθένα την ομορφιά που αδιάκοπα του διαφεύγει, με αποτέλεσμα, όταν κατόπιν πάρει το σακουλάκι να 'ναι βυθισμένος σε μια διάθεση που κυμαίνεται μεταξύ μελαγχολίας και ζάλης, και η οποία αναμένεται να φουντώσει τη στιγμή που θα πέσει στην αντίληψή του και το αντίστοιχο σημείωμα. Όπως γίνεται κατανοητό, λόγω της ασφυκτικά έντονης κίνησης από την οποία σφύζει το συγκεκριμένο σημείο της Τσιμισκή τούτες τις άγιες μέρες, οι ευκατάστατοι κυρίως περαστικοί, που αποζητώντας ολίγη γευστική θέρμη απ' την καστανού καταλήγουν να 'χουν υποστεί ψυχαναλυτικού τύπου ισχυρό σοκ, δεν είναι και λίγοι.

Ώσπου τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων μία κυρία ηλικίας πενηνταπέντε ετών, με καστανοκόκκινες ανταύγειες και γάμπες που θα τις ζήλευε και μια εικοσιπεντάχρονη, ντυμένη με ένα στενό ολόσωμο βιολετί φόρεμα που παραπέμπει σε οικοδέσποινα ενός αγγλοσαξονικού χωριού του δεκάτου αιώνα, με βήμα αργό κι αρχοντικό περνά μέσα από το εμπορικό κέντρο για να βγει μόλις λίγα μέτρα δίπλα από τη φουφού με τα κάστανα - προφανώς η καστανού θα πήγε για πιπί. Η καθ' όλα αριστοκράτισσα, λοιπόν, ονομάζεται Δωροθέα, είναι καθηγήτρια ιστορίας στο Α.Π.Θ., και τη δεδομένη στιγμή είναι αφάνταστα ευδιάθετη χάρη σε μια σπαρταριστά αξιόλογη κινηματογραφική ταινία που έχει προηγουμένως παρακολουθήσει με τον ευρηματικό τίτλο "Τα μήλα του Αδάμ". Προς στιγμήν, σκέφτεται να παρατείνει την απερίγραπτη ευφορία που μέσα της νιώθει επιλέγοντας να φάει μια γλυκιά μηλόπιτα, όμως αλλάζει γνώμη όταν ρίχνει το βλέμμα της πάνω στο αξιοπερίεργο και ταυτόχρονα αξιαγάπητο μαυρόασπρο παρουσιαστικό της ηλικιωμένης καστανούς - που εν τω μεταξύ έχει γυρίσει στη φουφού της - ενώ συνάμα τα ρουθούνια της έχουν σαγηνευθεί απ' την τραγανοψημένη ευωδία που αναδίνουν τα κάστανα. Είναι η πρώτη φορά που η φουφού, μες στην ολιγοήμερη ζωή της, κατορθώνει να βρεθεί τετ - α - τετ με μια αληθινά υπέροχη ανθρώπινη ύπαρξη, κάτι στο οποίο συμφωνεί κι η καστανού. Η Δωροθέα, μολονότι ευκατάστατη, είναι μια ψυχή που δεν έχει καμία σχέση με τις υπόλοιπες αγοραίες που σεργιανίζουν ανέμελα στην Τσιμισκή σαν μαριονέτες έτοιμες να φέρουν εις πέρας, για άλλη μια φορά, την δωδεκαήμερη - απ' τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα - κωμωδία των εορταστικών ημερών, αυτό άλλωστε μαρτυρούν τα γεμάτα πόνο μάτια της, πόνος που δεν εξαντλείται στα όρια του εαυτούλη της αλλά επεκτείνεται χιλιόμετρα μακριά, μέχρι τη Νότια Αφρική, εκεί όπου νυχθημερόν οι "Γιατροί χωρίς Σύνορα" παλεύουν να σώσουν τα νεογέννητα που χάνουν τη ζωή τους από ασιτία και μολυσματικές ασθένειες γι' αυτό και τους στέλνει το ένα τρίτο του μισθού της, τουλάχιστον τα τελευταία οκτώ χρόνια.

Η καλοσυνάτη καθηγήτρια, αφού φιλάει σταυρωτά την καστανού και της εύχεται υγεία και αρμονία, αναχωρεί για το σπίτι της, αυτή τη φορά με βήμα γοργό μα πάντα αρχοντικό, χωρίς ωστόσο ν' ανοίξει το σακουλάκι με τα κάστανα. Μόνον όταν φθάνει στην πλημμυρισμένη από βιβλία γκαρσονιέρα της, αποφασίζει ν' απολαύσει τα ακόμα ζεστά κάστανά της,ανοίγει το σακουλάκι, μα τι να δει; Ένα χαρτάκι τυλιγμένο κυλινδρικά σα να πρόκειται για πάπυρο που κρύβει κάποιο αρχέγονο μυστικό, ευθύς αμέσως το ξετυλίγει και διαβάζει με προσοχή το κρυμμένο μήνυμα "Πέντε είναι οι άνθρωποι που κατακτούν την καρδιά μας σε όλη μας τη ζωή"-τι παράξενο απόφθεγμα, σκέφτεται, και την επόμενη στιγμή αρχίζει ν' αναπολεί τα πρόσωπα που έχουν κατακτήσει, μέχρι αυτή την ώρα, την καρδιά της: ο σύζυγός της Γιώργος Μ., διακεκριμένος ερευνητής της γλωσσολογίας ο οποίος στα σαρανταπέντε του έχασε τη μάχη με την επάρατη νόσο, είναι ο άνθρωπος που έχει κυριέψει ένα πολύ μεγάλο τμήμα της καρδιάς της, αφού για χάρη του εγκατέλειψε την ευκαιρία -που της δόθηκε- για μια καριέρα στο εξωτερικό για να ζήσει μαζί του στη Θεσσαλονίκη. Ο Ζαν Πιερ, μεγάλος της έρωτας την εποχή που βρισκόταν στο Παρίσι για μεταπτυχιακά, σήμερα ομότιμος καθηγητής κοινωνιολογίας στη Σορβόννη, τα χρόνια που πέρασε μαζί του έχουν χαραχτεί βαθιά μες στην ψυχή της, όχι μόνο για τις ξέφρενες νύχτες από οινοποσία χορό κι έκσταση, αλλά και για το διψασμένο κυνήγι γνώσης μέσα από αμέτρητες ώρες μελέτης, συγγραφής, συζητήσεων, χρόνια μοναδικής μεστότητας, ο Αλέξανδρος, συμμαθητής της στις δύο τελευταίες τάξεις του σχολείου, είναι εκείνος που εισέβαλε για πρώτη φορά στα λουλουδιασμένα άδυτα της καρδιάς της, ο έρωτας μαζί του ήταν αυτό που την αφύπνισε ώστε να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή έχει κι άλλες ατίθασα ευχάριστες όψεις, πέρα από τα ηθικά και μίζερα κελεύσματα των γονέων και των δασκάλων. Τέλος, εκείνος που προβάλλει ως αδιάσειστος καταχτητής της καρδιάς της, και μάλιστα σε χρόνο παρόντα κι ενεργητικό, είναι αναμφισβήτητα ο μοναχογιός της Κορνήλιος, διευθυντής στο αρχαιολογικό μουσείο της Κέρκυρας κι επίδοξος εξερευνητής τροπικών νησιών. Η Δωροθέα σκέφτεται όμως, αν το σημείωμα λέει αλήθεια, τότε ποιος είναι ο πέμπτος άνθρωπος που έχει ή ενδέχεται να κατακτήσει την καρδιά της; Μυστήριο…

Την τρίτη ημέρα των Χριστουγέννων, μια κομψή σαραντάρα, ερχόμενη απ' την πλατεία Αριστοτέλους σταματά μπροστά στη φουφού κι αρχίζει να ψάχνει στην τσάντα της, με έκδηλη νευρικότητα, για το κινητό της, φοβούμενη πως το έχει ξαναχάσει-το τέταρτο που χάνει μέσα στον τελευταίο μήνα. Η ίδια, αν και δεν είναι φαν των τεχνολογικά προηγμένων αντικειμένων, ενίοτε καταφεύγει σ' αυτά, όπως τώρα που θέλησε να επικοινωνήσει απροσδόκητα και δίχως αφορμή μ' ένα φίλο της στο Καστελόριζο, απλώς και μόνο για να του πει, καλήν εσπέρα, δείχνοντας μ' αυτό τον τρόπο πως, παρά την πανηγυρτζίδικη λαίλαπα των ημερών, η αυθεντικά θερμή έγνοια που μπορούμε να εκφράσουμε για μια ανθρώπινη ψυχή που βρίσκεται σε ακριτική περιοχή είναι επαρκής για να στρέψει-ίσως-το άστρο της Βηθλεέμ και προς το μέρος της, για τόσο διάστημα όσο χρειάζεται για να σχηματιστεί ένα χαμόγελο ευτυχίας. Τελικά, η Ξανθίππη, έτσι την λένε, λαμπρή επιχειρηματίας με καταγωγή από την Τραπεζούντα, η οποία δωρίζει ετησίως από μια παχυλή επιταγή στους αριστούχους του οικονομικού τμήματος στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, από απωθημένο που δεν μπόρεσε να σπουδάσει εξαιτίας του αυταρχικού πατέρα της που από μικρή την έστελνε να δουλέψει σε βιοτεχνίες και εργοστάσια ώστε να καταλάβει ότι στη ζωή το μόνο που αξίζει είναι η οικονομική ευμάρεια, φανερά ενοχλημένη που δεν βρίσκει το κινητό της, αποφασίζει να καλμάρει τα νεύρα της δοκιμάζοντας τα ψημένα καλούδια της φουφούς, δεδομένου ότι μια και δεν μπόρεσε να στείλει την αγάπη της στον απομακρυσμένο φίλο της, ας την μετουσιώσει εν μέρει στην καστανού που αγόγγυστα ψήνει στη γωνιά καρτερώντας έναν οβολό για να ζήσει. Ύστερα, ένα τετράγωνο παρακάτω κι έχοντας φάει ήδη το πρώτο κάστανο, ανακαλύπτει έκπληκτη το σημείωμα σα να πρόκειται για τρικ που επινόησε κάποιος καλλιεργητής απ' την Αγιά Λάρισας-γνωστή για τα κάστανά της-για να διαφημίσει τη σοδειά του. Αντί για τέχνασμα όμως, πιο πολύ της φαίνεται για σόφισμα καθώς διαβάζει ότι "Πέντε είναι οι φορές που κλαίμε από ανείπωτο πόνο σε όλη μας τη ζωή". Μα πώς είναι δυνατόν να 'χει μετρηθεί κάτι τόσο προσωπικό, αναρωτιέται, κι από αγωνία για τη μοίρα, όπως ορισμένες φορές που θα θέλαμε να διαβάσουμε τις σκέψεις των άλλων, ξεκινά ν' απαριθμεί τις φορές που 'χει κλάψει: η πρώτη φορά ήταν τότε που έχασε στα δώδεκα τον παππού της, ένας άνθρωπος που την αγκάλιαζε πάντοτε τόσο σφιχτά λες κι ήταν ροδανθός που 'πρεπε να ζουλήξει για να τον ποτίσει με νέκταρ νεότητας. Ανείπωτο όμως πόνο βίωσε και στα εικοσιπέντε της, τότε που έχασε τους δύο εραστές της-τον έναν από τροχαίο και τον άλλον από πνιγμό-με τους οποίους διατηρούσε παράλληλη σχέση, εν γνώσει τους, κάτι αντίστοιχο μ' αυτό που 'χε καταφέρει κι ο αείμνηστος Όρσον Γουέλς. Μια άλλη φορά, ήταν τότε που δηλητηριάσανε τη Μερκελένη, τη σκυλίτσα της, μάλλον για τα αθώα γαβγίσματά της που όμως ακούγονταν μόνο σε ώρες κοινής ησυχίας, λογικό αφού τότε μόνο είχε το χρόνο για να παίξει με τη μοναδική ζωντανή ανάμνηση της μητέρας της-Μερκελένη και κείνη-που πέθανε πάνω στη γέννα. Η τελευταία πάντως φορά που 'χε κλάψει, ήταν όταν της ανακοίνωσε ο Λάμπρος, στενός της φίλος απ' το νηπιαγωγείο, πως πήρε μετάθεση για το Κέντρο Υγείας στο Καστελόριζο. Η Ξανθίππη ωστόσο αναρωτιέται, αν το σημείωμα λέει αλήθεια, τότε ποια είναι η πέμπτη φορά που έχει ή ενδέχεται να κλάψει από αβάσταχτο πόνο; Μυστήριο…

Την τέταρτη μέρα των Χριστουγέννων, η Βιργινία, μια εικοσιπεντάχρονη με μια φωτογραφική μηχανή περασμένη στον δεξιό ώμο της και μ' ένα στριφτό τσιγάρο να προεξέχει απ' τα τιρκουάζ χείλη της, ντυμένη εκκεντρικά μ' ένα ξεθωριασμένο βαθυκόκκινο κοστούμι που θυμίζει "Καζαμπλάνκα" κι όπου στο ύψος του προκλητικά ξεκούμπωτου στέρνου φέγγουν σαν πυγολαμπίδες τα στητά της στήθη, ενώ κατευθύνεται προς την Αριστοτέλους για την εορταστική συναυλία που παραθέτει γνωστός λαοφιλής τραγουδιστής για κοινωφελή σκοπό, απ' όπου με τις άφθονες φωτογραφίες που θα τραβήξει θα εξασφαλίσει τον επιούσιο για περίπου μισό μήνα, σταματά ξαφνικά μπροστά στη φουφού και ρίχνει στην καστανού ένα τρυφερό βλέμμα απεριόριστης ευγνωμοσύνης, όμοιο μ' εκείνο που είχαν οι Εβραίοι στην έρημο όταν έλαβαν το μάννα εξ ουρανού. Η βιοπαλαίστρια με την εξίσου εκκεντρική ενδυμασία και την ευώδη φουφού, κάλλιστα, θα μπορούσε να ποζάρει για μία σειρά φωτογραφιών με θέμα το "Μεγαλείο του πεζοδρομίου", αλλά προς το παρόν, ενόψει της συναυλίας κι έχοντας ανατριχιάσει απ' την αλμυρή και ολωσδιόλου απαλή σα μεταξωτό μαντήλι ζεστασιά που αναδίδει η φουφού, αρκείται στο ν' αγοράσει λίγα κάστανα. Αργά το βράδυ, στο υπόγειο δωματιάκι της στη Δελφών, καθώς η Βιργινία χαζεύει με καμάρι τις νέες της φωτογραφίες και χώνει αργόσυρτα στο σακουλάκι τα μακριά της δάχτυλα για να πιάσει το τελευταίο κάστανο, αντιλαμβάνεται την ύπαρξη του σημειώματος οπότε και το ξεδιπλώνει για να διαβάσει "Πέντε είναι οι ειδήσεις που παίρνουμε ικανές για να στιγματίσουν όλη μας τη ζωή".

Όπως είναι φυσικό ή καλύτερα αφύσικο για μια τέτοια νέα κοπέλα, άθεη και ρεαλίστρια, που 'χει μάθει να μη σηκώνει μύγα στο σπαθί της, αίφνης ανακαλεί στη μνήμη της όλες εκείνες τις ειδήσεις που την έχουν συγκλονίσει: καταρχήν, στην τελευταία τάξη του Λυκείου, όταν δέχθηκε ένα απρόσμενο τηλεφώνημα που την ενημέρωσε για το χαμό της οικογένειάς της-μητέρα, πατέρας και η μικρή της αδελφή-σε αεροπορικό δυστύχημα πάνω απ' τις ελβετικές Άλπεις, όπου ένιωσε σα να 'κανε ελεύθερη πτώση δίχως αλεξίπτωτο, με συνέπεια να ακολουθήσουν για την ίδια πέτρινα χρόνια, τα οποία ξεπέρασε με κυνισμό κι αθωότητα, αποκτώντας σταδιακά ατσαλένια θέληση για μια ζωή ολότελα αξιοπρεπή. Λίγα χρόνια αργότερα, έμελλε να πληροφορηθεί μέσα από μια επιστολή για την απόρριψη της αίτησής της για κρατική υποτροφία, η οποία θα της εξασφάλιζε τη συνέχιση των σπουδών της στο χώρο της σκηνοθεσίας στη Ρωσική Ακαδημία Κινηματογράφου, εκεί όπου άλλοτε είχε φοιτήσει το ίνδαλμά της, ο μέγας Αντρέι Ταρκόφσκι. Στη συνέχεια, όταν το αγόρι της έκανε δεσμό με την καλύτερή της φίλη, η Βιργινία μπόρεσε να το μάθει τυχαία, μέσω τρίτου, που τους είδε-επί της Γούναρη-να τρώνε μια γλυκιά κρέπα μαζί σαν ερωτευμένα πιτσουνάκια, κάτι που την εξώθησε ν' απαξιώνει μελλοντικά κάθε ερωτική σχέση. Η τελευταία μη χαρμόσυνη είδηση ήταν ακριβώς πριν από δύο χρόνια, όταν είδε κολλημένο πάνω στην εξώπορτα της σοφίτας όπου έμενε επί της Μητροπόλεως ένα χαρτί, υπογεγραμμένο από το σύνολο των ενοικιαστών της πολυκατοικίας, το οποίο, εμμέσως πλην σαφώς, την απέπεμπε εξαιτίας της εκκεντρικής εμφάνισής της, υπενθυμίζοντάς της ότι ο καθωσπρεπισμός τείνει σχεδόν να παγιωθεί με τρόπο αρρωστημένο, με άμεση επίπτωση ν' αναγκαστεί να διανυκτερεύει, πότε στο σταθμό του Ο.Σ.Ε. πότε σε τουαλέτες των φοιτητικών εστιών, λησμονώντας διά παντός τ' όνειρό της να γίνει ο θηλυκός Ταρκόφσκι, πάλι καλά που απέκτησε μια λαθραία φωτογραφική μηχανή κι αποφάσισε-εν μια νυκτί-με μόνο εφόδιο την σχολαστικά οξυδερκή ματιά της να επιδοθεί στη φωτογραφία, η οποία έως τώρα την βοηθά να επιβιώνει. Διερωτάται όμως, αν το σημείωμα λέει αλήθεια, τότε ποια είναι η πέμπτη είδηση που έχει ή ενδέχεται να λάβει τέτοια που να την συγκλονίσει; Μυστήριο…

Μέχρι που φτάνει και το τελευταίο βράδυ του χρόνου βρίσκοντας απ' τη μια, τη φουφού στη γνωστή γωνίτσα, κι απ' την άλλη, τις τρεις θηλυκές υπάρξεις, Δωροθέα Ξανθίππη, Βιργινία, αποφασισμένες να πάνε να βρουν την καστανού για να τους λύσει το μυστήριο σχετικά με το πέμπτο στοιχείο που τους λείπει. Έτσι και γίνεται, μόλο που η καστανού έχει εξαφανιστεί αφήνοντας μόνη της τη φουφού που, έχοντας ήδη ψήσει μερικά κάστανα σα να τις περίμενε, αρχίζει να εκπέμπει, άγνωστο πώς, την πασίγνωστη μελωδία απ' το "Τανγκό του Πεπρωμένου". Οι τρεις κυρίες-εφόσον, μια κυρία μόνο μπορεί ν' αφουγκρασθεί τη σημαντικότητα μιας πλανόδιας μικροπωλήτριας, αναζητώντας την, λίγες μάλιστα ώρες πριν έρθει ο καινούργιος χρόνος-στέκονται με εναγώνια απορία γύρω απ' τη φουφού κρατώντας στο χέρι η καθεμιά το δαιμόνιο σημείωμα, όταν μια φωνή ακούγεται να τους λέει "συγγνώμη, θα μπορούσατε να μου δώσετε λίγα κάστανα;". Είναι ένα μικρό κοριτσάκι με ξανθιές φουντωτές μπούκλες αλά Μαρία Αντουανέτα και γαλαζοπράσινα φωτεινά ματάκια, που 'χει τεντώσει το λιλιπούτειο χεράκι κρατώντας στην ακόμη περισσότερο μικροσκοπική του παλάμη ένα κέρμα των δύο ευρώ. Κατά πάσα πιθανότητα, ο πατέρας του θα στέκει παραπέρα χαζεύοντας κάποια βιτρίνα ή μιλώντας στο κινητό. Οπότε ασυναίσθητα, έχοντας καθίσει η Δωροθέα πάνω στους φιλοσόφους αρχίζει μ' ένα χαρτόνι ν' αερίζει τ' αναμμένα κάρβουνα, ενώ η Ξανθίππη ετοιμάζει ένα σακουλάκι για την πεντάμορφη πιτσιρίκα που στο μεταξύ την έχει πάρει αγκαλιά η Βιργινία. Έπειτα, οι τρεις μας Χάριτες, γεμάτες ενθουσιασμό που μπόρεσαν άμεσα να προσφέρουν χαρά σ' ένα αθώο πλάσμα, αποφασίζουν να συνεχίσουν τη δουλειά της καστανούς έως ότου περάσει το δωδεκαήμερο: η Δωροθέα θα ψήνει τα κάστανα, η Ξανθίππη θα τα προσφέρει χορεύοντας προηγουμένως ένα τανγκό με τον κάθε επίδοξο αγοραστή, και η Βιργινία θ' απαθανατίζει με τη φωτογραφική της μηχανή τις ανεπανάληπτα όμορφες στιγμές. Οπωσδήποτε, το "Τανγκό του Πεπρωμένου", του οποίου η γενεσιουργός αιτία μπορεί πέρα από κάθε μεταφυσική να 'ναι απλά ένα κασετοφωνάκι κρυμμένο κάτω απ' τη φουφού, επέδρασε καταλυτικά στην απόφαση, αφού το συγκεκριμένο μουσικό κομμάτι είναι σα ν' αποκάλυψε στην ψυχή της καθεμιάς πως η καστανού δεν είναι παρά η αγάπη, η οποία, όταν βλέπει πως δεν πάμε εμείς σ' εκείνη τότε έρχεται αυτή σ' εμάς.

Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς, κι οι τρεις αγαλλιασμένες μας ηρωίδες καθώς συμμαζεύουν τη φουφού και τα κάστανα-για το επόμενο βράδυ-βρίσκουν κάτω απ' τη στοίβα με τα βιβλία ένα σημείωμα, οπότε τάχιστα και με περισσή χαρά, σα να πρόκειται για το πέμπτο στοιχείο που ζητούσαν, όλες μαζί το διαβάζουν φωναχτά: "Μες στη ματαιότητα και πάνω από μια φουφού, πρόλαβα να δω τους ανθρώπους να επιτηδεύονται τους φιλεύσπλαχνους σ' έναν κόσμο από επιθυμίες κι αυταπάτες. Ίσως να 'ναι η φουφού μου που φέγγει σαν τη μόνη αλήθεια. Το όνομά μου είναι Ραλλού".

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το παραπάνω κείμενο έχει γραφτεί από ένα φίλο, που είχα τη χαρά, την τιμή και την τύχη συνάμα να γνωρίσω εδώ στους ρυθμούς της πόλης και της νέας ζωής. Ο φίλος μου λοιπόν δεν έχει δικό του ιστολόγιο, είναι όμως βιβλιοφάγος κι αρέσκεται στον ελεύθερο χρόνο του να γράφει διάφορα πονήματα. Διατηρεί μόνο φατσοβιβλίο στο διαδίκτυο. Πρόκειται για τον Απόστολο Ζιώγα, στον οποίο ανήκει η παραπάνω καλογραμμένη ιστοριούλα και την έστειλε να τη διαβάσω. Έχει αναρτηθεί επίσης και στο διαδίκτυο, σ' αυτήν εδώ την ηλεκτρονική διεύθυνση. Επειδή η εκφραστικότητα του λόγου που χρησιμοποίησε δεν πέρασε απαρατήρητη, γι' αυτό δεν έχασα την ευκαιρία να την αναδημοσιεύσω! Τον ευχαριστώ πολύ γι' αυτήν την συγκατάθεσή του!

6 σχόλια:

  1. Tο διάβασα πριν λίγο καιρό καθότι είχα την τιμή και την χαρά να είμαι (μέσω εσού φυσικά), φίλη στο φεισμπουκ με τον κ. Ζιώγα. Διάβασα κι άλλα έργα του και μου άρεσαν εξίσου πολύ!
    Να είσαι πάντα καλά αγαπημένε μου φίλε.
    Καλό Σαββατοκύριακο να έχεις! Να περνάς όμορφα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αφού διάβασες κι άλλα έργα του, τότε θα 'χεις καλύτερη άποψη καλή μου φίλη... δε χρειάζονται καν συστάσεις! :-)
      Σ' ευχαριστώ πολύ γλυκιά μου κι αντεύχομαι επίσης τα ίδια!!! :-)

      Διαγραφή
  2. Καταπληκτικη ιστορια μονορουφι τη διαβασα παραλιγο να καψω το φαγητο!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευτυχώς που δεν το 'καψες Χριστίνα! Και δεν ήξερα με ποιον να τα βάλω... με μένα ή με τον Αποστόλη! :-)
      Εκτός από καλογραμμένη ήταν πράγματι και μια ενδιαφέρουσα ιστορία, που κρατούσε την περιέργεια του αναγνώστη αμείωτη ως το τέλος!
      Να 'σαι πάντα καλά!!! :-)

      Διαγραφή
  3. Με ξάφνιασε λίγο η "Χριστουγεννιάτικη" ιστορία, αλλά την απόλαυσα μέχρι το τέλος!
    'Ηταν υπέροχη!!!Συγχαρητήρια στον κύριο Ζιώγα! Νά'σαι καλά που την αναδημοσίευσες, Νίκο!
    Καλό Σαββατοκύριακο να έχεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. χαχαχα! Πράγματι ήταν πρόωρη και εντελώς ανεπίκαιρη, με τέτοιες ζέστες που σφίξανε, αλλά ίσως να συμφωνήσουμε ότι το νόημα της ιστορίας να ταιριάζει σε όλες τις εποχές!
      Και βέβαια όλα τα συγχαρητήρια ανήκουν στον ίδιο, που σκέφτηκε αυτήν την ιστορία και την έδεσε με εξαιρετικά αφηγηματικό τρόπο, παραπέμποντας τη φαντασία σε μακρινές ρομαντικές εποχές, κρατώντας έτσι αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
      Να 'σαι πάντα καλά γλυκιά μου!!! :-)

      Διαγραφή

Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων για το σχολιασμό σας! Σχολιάστε ό,τι θέλετε με ευπρέπεια και διακριτικότητα, χωρίς να προσβάλλετε ή να θίγετε με οποιοδήποτε τρόπο τρίτα πρόσωπα... δηλ. χωρίς βρισίδια και μπινελίκια βρε παιδιά και προ πάντων χωρίς greeklish... ε, τι την έχουμε αυτήν τη ριμάδα τη γλώσσα μας..! Κάπου εδώ μέσα στριφογυρίζει κι η αγάπη μου!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...